Μάνα κείονο θέλου Κ’ΔΩΝ


Βλέποντας οτ ένα παιδέλ’ βάσταν κι έτρωγεν ένα κ’δων’, εν άλλου του γύρεψεν να δαγκάσ’ κι κειόνου μια δαγκαματγίδα, σα τρέχαν τα σάλια τ, αλλά δε το δωκε, και κειόνου έφγι τρεχάτου για του σπίτ κλαίγοντας.
Σκοπό είχι να μπα γυρέψ τα’ μάνα τ ένα κ’δων’ να φάγ’. Αμ ώσπου να πισουθεί, ξέχασι τ όνομα απ το φρούτο και πιάσι κι γύρευε να του δωκ’ γη μάνα τ, κι ούλου τν ήλεγι: «μάνα θέλου» κι «μάνα θέλου». Γη μάνα είδεν κι απόειδε να τα’ ακούγ’, του παργόριεν κι τούλιγι: «σώπα μη γκλαις αγορούδι μ, μο θμήθκε και πέμε του τι θελ’ς». Αμ κειο ούλο «μάνα θέλου» κι «μάνα θέλω» ήνταν.
Αααα, του ξερς π μι ξεζάλ’σις; Θα σουπαγ’ς καμιά βουλά; Θα σταματήγ’ς το στόμα σ για θα σι δώκου καμιά κατ, να βγει ο κώλους σα το κ’δων’;;
-Τότε το μκρο φώναξε: Μάνα κείονο θέλου Κ’ΔΩΝ’
-αχ, μανέρι μ, κ’δων’ ήθιλες κι σι του θύμσα ιγώ;
-ναι
-Ε, έλα να σι δώκου ένα ροζάρκου, απεκεινά, να συχάγ’ς!

(Από το βιβλίο «Ένα πανί μας λειπ για να σαλπάρουμ του Κολλερού Χ.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *