Γιάννης Στεφανίδης

Ζωγράφος, εικονογράφος και συγγραφέας, ο Γιάννης Στεφανίδης γεννήθηκε το 1921 στην ΕΣΣΔ. Σπούδασε στην Α.Σ.Κ.Τ. με δασκάλους τους Μπισκίνη, Αργυρό, Παρθένη και θεωρητικά τους Παπαντωνίου και Πρεβελάκη. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στην Κατοχή και χάραξε πολλά σχέδια που κυκλοφόρησαν παράνομα. Αργότερα έκανε σκίτσα πολιτικά σε εφημερίδες και κατόπι, εξόριστος, ζωγράφισε στους τόπους εξορίας. Μετά, και για 15 χρόνια, εργάστηκε για βιοπορισμό σε δουλειές άσχετες, χωρίς να χάσει όμως και την επαφή με την τέχνη. Παράλληλα με τη ζωγραφική ασχολήθηκε με τις γραφικές τέχνες καθώς και με εικονογραφήσεις βιβλίων, κυρίως παιδικών, όπως η 18τομη σειρά της Ελληνικής Μυθολογίας (εκδόσεις «Σίγμα»), τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, κ.ά. Ακόμα, αναζητώντας κι άλλους τόπους έκφρασης, έκανε μουσική με τον Δ. Φάμπα -κλασική κιθάρα. Συμμετείχε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, καθώς και στις Μπιενάλε χαρακτικής Qingdao (Κίνα, 2000), Acqui Terme (Ιταλία, 2003) και Beizing (Κίνα, 2003), στην Α’ Βαλκανική Μπιενάλε Ex Libris του Βελιγραδίου (2002), και στις Διεθνείς Εκθέσεις Ex Libris Chamaliers (Γαλλία, 2003), Saint Niklaas (Βέλγιο, 2003) και Αθήνας (εκδόσεις «Άγκυρα», έκθεση-διαγωνισμός, 2003). Έγραψε τα βιβλία: «Ζωγραφική στην εξορία» (Σύγχρονη Εποχή, 1988), «Η αγάπη πάει σχολείο» (αφήγημα, Σίγμα, 1995), «Πέτρα κυλισάμενη» (μυθιστόρημα, Σίγμα, 1998), «Το ελιξήριο του έρωτα» (διηγήματα, Σίγμα, 1999). Τιμήθηκε με διάκριση εικονογράφησης (Mencione) από την πανευρωπαϊκή οργάνωση Pier Paolo Vergerio για το βιβλίο του «Αργοναύτες» της σειράς «Ελληνική Μυθολογία», στην Πάδοβα της Ιταλίας, το 1989, με Α’ βραβείο Εικονογράφησης του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (IBBY) για τα χαρακτικά του μυθιστορήματός του «Πέτρα κυλισάμενη», το 1999, με διάκριση στη Μπιενάλε χαρακτικής Qingdao, Κίνα, το 2000, και με Α’ Βραβείο διηγήματος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, το 2003 [1]. Πέθανε, σε ηλικία 91 ετών. Η σορός του ζωγράφου, που άφησε την τελευταία του πνοή στις 29 Δεκεμβρίου του 2010, αποτεφρώθηκε και η τέφρα διασκορπίστηκε στις 7 Ιανουαρίου 2011 στο λιμάνι της Ραφήνας [2].

Το 1948-1949 βρίσκεται εξόριστος στο Κοντοπούλι μαζί με τον Γίαννη Ρίτσο και άλλους 150, περίπου, κρατούμενους.

Σεπτέμβριος του 1948. Ένα παλιό φορτηγό καράβι μας πήρε απ’ τον Πειραιά και, αφού φόρτωσε και άλλους από Βόλο και Θεσσαλονίκη, μας έφερε στην Λήμνο και νά ’μαστε τώρα, συνολικά καμιά 150αριά πολιτικοί εξόριστοι, στο Κοντοπούλι. Ένα μικρό χωριό, φτωχικό, απόμακρο, ξεχασμένο από το Θεό, που λένε. (…) Ανάμεσά μας ήταν άνθρωποι λογιώ-λογιώ. Απ’ όλες τις ηλικίες κι απ’ όλα τα επαγγέλματα. Από 16 χρόνων μέχρι 25 και από τσομπάνηδες μέχρι επιστήμονες. Όμως όλοι είχαν το ίδιο κουσούρι. Δεν έβαζαν εύκολα την υπογραφή τους όπου νά ’ναι… Ακόμα, είχαμε την τύχη να είναι μαζί μας ο Γιάννης Ρίτσος. Δεν είναι υπερβολή ότι με επίκεντρο αυτόν, ζήσαμε τη χαρά μιας πολιτιστικής ζωής. (…)[3]

89878

«Η γαϊδουροκεφαλή». Ακουαρέλα του Γ. Στεφανίδη. Για το «εύρημα» αυτό, στο Κοντοπούλη της Λήμνου, ο Γ. Ρίτσος αφιέρωσε στίχους του στα «Ημερολόγια Εξορίας (1948-1950)»

Αύγουστος 1948. Είμαι όρθιος, εγώ και καμιά τριανταριά άτομα, στην καρότσα ενός φορτηγού. Απ’ την Ασφάλεια μας φορτώσανε, και πού μας πάνε ακριβώς δεν ξέρουμε. Το σίγουρο είναι η εξορία, το πώς και πότε, θα δείξει. Κρατιέμαι απ’ το παραπέτο που ‘χει μια ξύλινη προέκταση καγκελωτή ως απάνω. Δίπλα μου στηρίζεται ένας άντρας που η εμφάνισή του είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με τη δική μου και των υπόλοιπων. Τον λοξοκοιτάζω διακριτικά, τον παρατηρώ. Κοστούμι ταξιδιωτικό πιε-ντε-πουλ σε μοβ απόχρωση, λευκό πουκάμισο, γραβάτα. Φρεσκοξυρισμένος, καλοχτενισμένος, με την κολώνια του, παρακαλώ. Ολοι καταλήξαμε στην Ασφάλεια από διάφορα κρατητήρια και βρεθήκαμε εδώ βρώμικοι, αξύριστοι, κακομοιριασμένοι. Τώρα πώς τα κατάφερε αυτός νά ‘ναι φιγουρίνι, δεν μπορούσα να φανταστώ. Οταν γνωριστήκαμε, κατάλαβα: είχε ακμαίο το ηθικό.

Τό ‘νιωσε πως τον περιεργάζομαι, και μου σκάει ένα χαμόγελο:

– Συγγνώμη, τι δουλιά κάνετε; με ρωτά.

– Είμαι ζωγράφος.

– Δηλαδή;

– Να, τελείωσα τη Σχολή Καλών Τεχνών κι ως τώρα δούλευα σκιτσογράφος στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα».

– Χαίρομαι που συναντώ έναν καλλιτέχνη.

– Εσείς; ρωτώ με τη σειρά μου.

– Είμαι ο Γιάννης Ρίτσος.

– Α!

– Είμαι ο ποιητής!

– Τι να πω… σας ξέρω… σας έχω ακουστά, και χαίρομαι, χαίρομαι πολύ…

Αν και ζωγράφος, ενδιαφερόμουνα αρκετά για τη λογοτεχνία. Διάβαζα, από την Κατοχή ακόμα, τα «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη κι από ‘κει ήξερα για τον Ρίτσο και τα έργα του, αλλά μ’ αυτή την τόσο απρόσμενη συνάντηση μού ήρθε ξαφνικό.[4]

Πληροφορίες:

[1] Βιβλιονέτ, βιογραφικό σημείωμα Γιάννη Στεφανίδη http://www.biblionet.gr/author/2237/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82

[2] Greek colture Η πραγματικότητα της Ελληνικής κουλτούρας https://greekculture.wordpress.com/2011/01/10/%C2%AB%CE%AD%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5%C2%BB-%CE%BF-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7/

[3] Από τον πρόλογο του συγγραφέα για το βιβλίο «Ζωγραφική στην Εξορία» 24 ακουαρέλλες-30 σχέδια -είναι μια επιλογή από 138 έργα που έγιναν στην εξορία το 1948-1949 στο Κοντοπούλι της Λήμνου http://www.politeianet.gr/books/9789602240007-stefanidis-giannis-suggrafeas-zografos-sugchroni-epochi-zografiki-stin-exoria-51954

[4] 95 Χρόνια από τη γέννηση του ποιητή της Ρωμιοσύνης. Με το Γιάννη Ρίτσο στην Εξορία. Μαρτυρία -αφιέρωμα: Σ’ ένα φορτηγό. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (2/5/2004), σελ:3 http://www.rizospastis.gr/story.do?id=2297023

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *