Λεμπ’νάρια (Λούπινα)

Η ονομασία του προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «λέπω», που θα πει ξεφλουδίζω. Η καλλιέργεια λευκού λούπινου ήταν καλά γνωστή στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους και αναφέρεται από πρώιμους συγγραφείς όπως ο ποιητής Βιργίλιος (70-10 πΧ) και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23-79 μΧ). Τα λούπινα καλλιεργούταν για μια ποικιλία χρήσεων μεταξύ των οποίων η βελτίωση των συστατικών του εδάφους, η βοσκή, η κατανάλωση από τους ανθρώπους καθώς και οι θεραπευτικές χρήσεις. Ο Διοσκουρίδης, θεμελιωτής της φαρμακολογίας, ξεχώριζε δύο είδη λούπινου, ένα γλυκό και ένα πικρό, που είχαν και τα δύο θρεπτικές ιδιότητες. Ο Ζήνων από το Κίτιο, που ήταν ο θεμελιωτής της Στωικής Σχολής σύγκρινε τον εαυτό του με ένα λούπινο που ξεπικραίνει όταν μουσκεύει σε υγρό, όπως και ο ίδιος γινόταν πιο ευγενικός όταν έπινε κρασί.
Τα λούπινα ήταν και η ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου στον Αχέροντα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Ορισμένα αλκαλοειδή, που περιέχουν τα λούπινα, προκαλούν έκσταση και ελάττωση των αισθήσεων, όπως το ήθελαν οι μάντεις, για να επιτύχουν την επικοινωνία με τις ψυχές των πεθαμένων. Οι σπόροι του λούπινου χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα από τους αρχαίους Ρωμαίους ηθοποιούς στα θεατρικά έργα και από εκεί προήλθε η ονομασία «nummus lupinus” – ψεύτικο κέρμα. Σε μερικά μέρη όπως στη Μάνη, μετά τον αλωνισμό, σε καζάνια πλάι στη θάλασσα έβραζαν τα λούπινα τα έβαζαν σε λιναρένιες σακκούλες και επί οκτώ ημέρες παρέμεναν οι σακούλες με τα λούπινα στη θάλασσα, ώστε να ξεπικρίσουν. Στη συνέχεια τα άπλωναν στη γη να ξεραθούν με τη βοήθεια του ήλιου και τα αποθήκευαν.
Τα λούπινα περιέχουν μία πικρή ουσία, τη λουπιδινίνη, η οποία σε μεγάλες ποσότητες είναι δηλητηριώδης και μπορεί και να επιφέρει και θάνατο. Αυτό συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις, που τα σπέρματα καταναλώνονται ωμά. Τα ξηρά λούπινα μετά από λίγες ώρες σε αλατισμένο νερό, χάνουν την τοξικότητα τους και μπορούν να καταναλώθουν σαν όσπρια. Τα σπέρματα, επίσης εξ’ αιτίας της λουπιδινίνης προκαλούν στα βόσκοντα ζώα τη λουπίνωση, που εκδηλώνεται με συμπτώματα διάρροιας, γενικής κατάπτωσης και ικτέρου. Ο καρπός του είναι ίσης αξίας με τη σόγια και κατάλληλος για τροφή των χοίρων και των πτηνών. Το λούπινο αξιοποιεί μη αρδευόμενα και φτωχά εδάφη.

Σήμερα, υπάρχουν μόνο λίγες επιχειρήσεις στην Ευρώπη που παράγουν πρωτεϊνούχα συστατικά λούπινου για τροφική χρήση. Τα διαθέσιμα προϊόντα είναι καβουρντισμένο και μη-καβουρντισμένο αλεύρι λούπινου, θρύμματα λούπινου, κόκκοι λούπινου, ίνες λούπινου και συμπυκνωμένα διαλύματα πρωτεΐνης λούπινου από μη αποβουτυρωμένους σπόρους. Τα διαθέσιμα τρόφιμα προϊόντα στην αγορά είναι σνακ λούπινου, ζυμαρικά λούπινου, ψωμί και κουλουράκια λούπινου, καφές λούπινου και μερικά στιγμιαία γεύματα χορτοφάγων.
Υπήρξαν ωστόσο στο παρελθόν περιπτώσεις που τα λούπινα προβλήθηκαν πολύ. Π.χ. το 1917, σ’ ένα βοτανικό συμπόσιο σχετικό με τα λούπινα, που έγινε στο Αμβούργο, ένας Γερμανός καθηγητής, ο Dr. Thoms, περιέγραψε τις πολυσχιδείς χρήσεις, που θα μπορούσαν να έχουν τα λούπινα. Σ’ ένα τραπέζι λοιπόν, που καλύφθηκε με τραπεζομάντιλο από ίνες λούπινων, προσφέρθηκε μια σούπα από λούπινα και μετά τη σούπα, μπριζόλα λούπινου, ψημένη σε λάδι λούπινου και καρυκευμένη με εκχύλισμα λούπινου. Έπειτα σέρβιραν ψωμί με περιεκτικότητα 20 τα εκατό σε λούπινο, μαργαρίνη λούπινου και τυρί από λούπινο L. albumen και τέλος το λικέρ λούπινου και ο καφές φυσικά από λούπινα. Έπλυναν τα χέρια τους με σαπούνι επίσης από λούπινο, ενώ φύλλα χαρτιού από ίνες λούπινου και φάκελοι με κόλλα λούπινου ήταν διαθέσιμα για να γράφουν τις σημειώσεις τους.
Αυτό το ξεχασμένο όσπριο έχει αφήσει τα «χνάρια» του στη Λημνιακή γλώσσα. Παραθέτω μερικούς ιδιωματισμούς σχετικούς με το «λεμπνάρ». Αυτά δεν θα τα βρείτε σε κανένα διαδίκτυο, αλλά μόνο σ’ αυτή τη σελίδα, αφού επί χρόνια αναπαύονταν στο Λημνιακό…κεφάλι μου.
Πκρο το λεμπνάρ. Δύσκολη η κατάσταση.
Τόφαγε το λεμπνάρ; Το έφαγε το πέος; Συνουσιάσθηκε;
Λεμπνάρχιδος, ή λεμπναρχίδς. Μικραρχίδης.
Λεμπναροψώλ’ς. Αυτός που η πόσθη του πέους του δεν έχει τραβηχθεί αλλά καλύπτει όλη τη βάλανο. Λόγω ομοιότητας του «ομφαλού» του μουλιασμένου λούπινου, που μοιάζει με την ακροποσθία.
Τ’ λεμπνάριασε; Τη «συνουσίασε;», τη «γάμησε;»
Λεμπνιάρς, ή λεμπναρούδιας, ή λεμπναρδέλιας. Ο πικρόχολος.
Λέμπναρος. Ο άξεστος.
Έναι μεγάλ’ λεμπνάρα (ή έναι μεγάλ’ λουμπίνα). Ο πονηρός, ο αλεπουδιάρης.
Θα στο τναξ το λεμπνάρ. Θα σε δείρει. Ποιο κοινή η φράση «θα στο τναξ το σαμ».
Έναι μόνε για τα λεμπνάρια τα πκρα. Ο άχρηστος.
Έναι μόνε για τα βρεχτολέμπναρα τα ξεπαπδιζμένα. Ο άχρηστος, αυτός που είναι μόνο για να τρώει τα μουλιασμένα τα λούπινα και μάλιστα ξεφλουδισμένα (ξεπαπδιζμένα).
Έναι μόνε για τα γιαλοβρεχτολέμπναρα τ’ Αγιαρμολαδίτκα. Παλιά οι Ατσικιώτες τα μούλιαζαν στη θάλασσα του Αγιαρμόλα, για να είναι και αλατισμένα.
Έναι μόνε για τα λεμπναροκούκκια τα ξεφλιδζμένα. Για τον άχρηστο, που τα θέλει και ξεφλουδισμένα.
Λεμπναρομούνα. Πικρομούνα. Η μοχθηρή γυναίκα.
Το φούσκωσε το λεμπνάρ. Την άφησε έγκυο.
Λεμπναροφάς. Αυτός που του αρέσουν τα λεμπνάρια. Ο λουπινοφάγος.
«Μη πετάγεσαι σα το λεμπ’ναρ” =μη διακόπτεις

Κείμενο: Σταύρος Τραγάρας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *